αἰθριάζω

αἰθρ-ιάζω,
A clear the sky,

ἀέρα Arist.Pr.941a4

:—also = αἰθριάω, in [tense] pf. part. [voice] Pass.

ᾐθριασμένα Hp.Morb.3.17

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιθριάζω — (Α αἰθριάζω) νεοελλ. (για τον ουρανό και τον καιρό) γίνομαι αίθριος, ξαστερώνω αρχ. 1. κάνω τον ουρανό αίθριο, ξάστερο 2. βρίσκομαι στο ύπαιθρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰθρία. ΠΑΡ νεοελλ. αιθρίαση, αιθρίασμα] …   Dictionary of Greek

  • αιθριάζω — αιθρίασα, ξαστερώνω, ξανοίγω: Ο καιρός άρχισε να αιθριάζει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑπαιθριάσας — ὑπαιθριά̱σᾱς , ὑπό αἰθριάω expose to the air pres part act fem acc pl (doric) ὑπαιθριά̱σᾱς , ὑπό αἰθριάω expose to the air pres part act fem gen sg (doric) ὑπαιθριά̱σᾱς , ὑπό αἰθριάω expose to the air aor part act masc nom/voc sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναιθριάζω — Α αιθριάζω συγχρόνως με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + αἰθριάζω (< αἴθριος «διαυγής»)] …   Dictionary of Greek

  • ἐναιθρίαζε — ἐν αἰθριάζω clear the sky pres imperat act 2nd sg ἐν αἰθριάζω clear the sky imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξῃθριασμένων — ἐκ αἰθριάζω clear the sky perf part mp fem gen pl ἐκ αἰθριάζω clear the sky perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • уясняю — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  глаг. (καταλάμπω) озаряю; (φαιδρύνω) просвещаю; (αἰθριάζω) проясняю …   Словарь церковнославянского языка

  • αίθρος — αἶθρος, ο (Α) καθαρός και ψυχρός αέρας τού πρωινού, ψύχος, κρύο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰθήρ. ΠΑΡ. αιθριάζω, αρχ. αἰθριῶ] …   Dictionary of Greek

  • αιθρία — Η ουρανοφάνεια που διαρκεί επί τουλάχιστον δύο ώρες και δημιουργείται από την απότομη μείωση της νέφωσης από το μέγιστο σημείο (10) της νεφικής κλίμακας (ουρανός νεφοσκεπής) στο σημείο 3 ή και χαμηλότερα (ουρανός καλυμμένος κατά το 1/4 ή και… …   Dictionary of Greek

  • αιθρίαση — η [αιθριάζω] το αιθρίασμα …   Dictionary of Greek

  • αιθρίασμα — το [αιθριάζω] βελτίωση τού καιρού, ξαστέρωμα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.